καρμανιόλα


καρμανιόλα
[карманьёла] ουσ.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καρμανιόλα" в других словарях:

  • καρμανιόλα — η (λ. ιταλ.), λαιμητόμος: Οι δικτάτορες έπρεπε να περάσουν από καρμανιόλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καρμανιόλα — (γαλλ. carmagnole, ιταλ. carmagnola). Τραγούδι ανώνυμου συνθέτη και λαϊκός χορός του δρόμου, κατά την περίοδο της Τρομοκρατίας (Σεπτέμβριος 1793 Ιούλιος 1794) στη Γαλλική επανάσταση. Λέγεται ότι διαδόθηκε στο Παρίσι από Μασσαλιώτες εθελοντές το… …   Dictionary of Greek

  • Καρμανιόλα, Φραντσέσκο Μπουσόνε ντα- — (Francesco Bussone da Carmagnola, Καρμανιόλα 1380 – Βενετία 1432). Ιταλός στρατιωτικός. Βρισκόταν στην υπηρεσία του δούκα του Μιλάνου, Φιλίπο Μαρία Βισκόντι, ο οποίος τον όρισε κοντοτιέρο, δηλαδή αρχηγό των μισθοφορικών στρατευμάτων του. Αφού… …   Dictionary of Greek

  • Φίλιππος-Μαρία Βισκόντι — (Filippo Maria Visconti, Μιλάνο 1392 – 1447). Γιος του Τζιαν Γκαλεάτσο και της Αικατερίνης Βισκόντι, ήταν αρχικά κόμης της Παβία, την οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του, και σε ηλικία μόλις είκοσι ετών διαδέχθηκε τον αδελφό του Τζιοβάνι Μαρία… …   Dictionary of Greek

  • γκιλοτίνα — Μηχάνημα αποκεφαλισμού. Υιοθετήθηκε επίσημα στα τέλη του 18ου αι., κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης. Εφευρέτης της ήταν ο Γάλλος γιατρός Γκιγιοτέν. Βλ. λ. Γκιγιοτέν, Ζοζέφ Ιγκνάς. Ο αποκεφαλισμός του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ στην γκιλοτίνα, σε… …   Dictionary of Greek

  • δέντρο — Κάθε φυτό με κορμό αποξυλωμένο από τη βάση και βλαστούς που αναπτύσσονται με ανοδική κατεύθυνση· το ύψος του ποικίλλει, αλλά δεν είναι μικρότερο από 2 μ. Οι ευκάλυπτοι και οι σεκόγιες, με ύψος που φτάνει πολλές φορές τα 140 150 μ. και περίμετρο… …   Dictionary of Greek

  • δεντρό — Κάθε φυτό με κορμό αποξυλωμένο από τη βάση και βλαστούς που αναπτύσσονται με ανοδική κατεύθυνση· το ύψος του ποικίλλει, αλλά δεν είναι μικρότερο από 2 μ. Οι ευκάλυπτοι και οι σεκόγιες, με ύψος που φτάνει πολλές φορές τα 140 150 μ. και περίμετρο… …   Dictionary of Greek

  • κλάδεμα — Το σύνολο των δενδροκομικών εργασιών που πραγματοποιούνται στα ξυλώδη φυτά, με σκοπό να ρυθμιστεί η ανάπτυξή τους ή η παραγωγή καρπών. Αντικείμενα του κ. μπορούν να είναι όλα τα μέρη του φυτού, όπως κλάδοι, κλαδίσκοι, φύλλα, ρίζες, καρποί, άνθη… …   Dictionary of Greek

  • λαιμητόμος — ο (Α λαιμητόμος, ον) νεοελλ. το θηλ. ως ουσ. η λαιμητόμος μηχανή εφοδιασμένη με πολύ βαρύ μαχαίρι που πέφτει από ψηλά, με την οποία γινόταν ο αποκεφαλισμός τών καταδικασμένων σε θάνατο, καρμανιόλα, γκιλοτίνα αρχ. αυτός που κόβει τον λαιμό, που… …   Dictionary of Greek

  • Μαλατέστα — (Malatesta). Επώνυμο οικογένειας Ιταλών ευγενών η οποία άκμασε στο Ρίμινι (12oς 14ος αι. μ.Χ.). Οι Μ., αφού κατόρθωσαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το παπικό κόμμα των Γουέλφων, διεύρυναν την κυριαρχία τους σε ολόκληρη σχεδόν την περιοχή των… …   Dictionary of Greek